01s15plk--2

Ενας αμπελώνας πανάρχαιος, αυτόρριζος, με αμπελιές σαν φωλιές πουλιών, παραγωγικός εδώ και αιώνες, που επιμένει να δίνει καρπούς σε ένα περιβάλλον άνυδρο, σε μια γη «δύστροπη». Οινοποιοί που αξιοποιούν τον πλούτο των γηγενών ποικιλιών και δημιουργούν κρασιά ποιοτικά, με χαρακτήρα, εντυπωσιάζοντας τους οινόφιλους του πλανήτη. Ενα εγκώμιο στον θηραϊκό αμπελώνα πλέκει το λεύκωμα «Σαντορίνη: Με τις ρίζες στο ηφαίστειο».

 

Μια γη δύστροπη, δημιούργημα ηφαιστειακών εκρήξεων. Ενας αμπελώνας πανάρχαιος, αυτόρριζος, με αμπελιές σαν φωλιές πουλιών, σωστά χειροτεχνήματα. Οι δυνατοί αέρηδες δέρνουν τα κλήματα τον χειμώνα, ο ήλιος τα τσουρουφλίζει το καλοκαίρι κι εκείνα επιμένουν να καρπίζουν κάθε χρόνο, να δίνουν πρώτη ύλη πολύτιμη στα χέρια όσων την εκτιμούν και τη σέβονται.

Μπορεί να χωρέσει η ιστορία ενός αμπελώνα σε 200 σελίδες; Μπορούν να περιγραφούν ο αγώνας και ο κόπος των αμπελουργών και των οινοποιών, αλλά και οι αρετές των κρασιών ενός τόπου σε ένα λεύκωμα; Δύσκολο το εγχείρημα. Ομως η δημοσιογράφος Μερόπη Παπαδοπούλου, με το «Σαντορίνη: Με τις ρίζες στο ηφαίστειο», που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μίλητος, αποδεικνύει ότι δεν είναι ακατόρθωτο. Ισχυροί οι δεσμοί της με το νησί (μολονότι δεν είναι Σαντορινιά), σε βάθος οι γνώσεις που έχει αποκομίσει για τα αμπελοτόπια και τους οίνους τους – εν μέρει και λόγω της ιδιότητάς της ως διευθύντριας του περιοδικού «Οινοχόος» της «Καθημερινής».

Στιγμιότυπα από την οινική ιστορία του νησιού. Από αριστερά: αγγεία (πιθανότατα κρασιού) από το προϊστορικό Ακρωτήρι, αμπέλια που έχουν επιβιώσει της οικιστικής ανάπτυξης και η Κάναβα Ρούσσος. Κάτω, η παλαιότερη της Σαντορίνης (1836).

«Για να κατανοήσεις το θηραϊκό κρασί και να μπορέσεις να το απολαύσεις έτσι όπως του αξίζει, πρέπει πριν απ’ όλα να ξεκλειδώσεις τους κώδικες του νησιού. Κώδικες δύσκολους και απαιτητικούς, που κρύβονται πίσω από τουριστικά στολίδια κι εύκολες εξηγήσεις. Πρέπει ν’ αφήσεις την καλντέρα να σου μιλήσει, το ηφαίστειο να σε τρομάξει, τις τοιχογραφίες από το προϊστορικό Ακρωτήρι να σου αποκαλύψουν με χρώματα πολιτισμούς που χάθηκαν. Μην απορείτε γιατί χρειάζονται όλα αυτά για να απολαύσετε ένα ποτήρι κρασί. Το κρασί της Σαντορίνης δεν είναι εύκολο, δεν είναι καθημερινό, δεν ενδείκνυται για ανέμελα ηχηρά τσουγκρίσματα και αναίτιες οινοποσίες», λέει η ίδια.

Και πιάνει το νήμα της αφήγησης: από την Εποχή του Χαλκού –ένα πατητήρι και χιλιάδες σκεύη (πιθάρια, πρόχοι, κύπελλα) από την ανασκαφή του Ακρωτηρίου μαρτυρούν εγχώρια παραγωγή και κατανάλωση οίνου–, τους Κλασικούς χρόνους και τη Φραγκοκρατία μέχρι τον 20ό αιώνα και τις μέρες μας. Εξηγεί γιατί είναι τόσο προικισμένο το θηραϊκό terroir και οι ποικιλίες του. Μας γνωρίζει τα οινοποιεία και τους ανθρώπους τους. Παρουσιάζει τα κρασιά τους, προτείνοντάς μας ταυτόχρονα τρόπους να τα απολαύσουμε σε συνδυασμό με τα αγαπημένα μας εδέσματα. Μαντηλαριά με το χταποδάκι στιφάδο, Μαυροτράγανο με τα παϊδάκια ή το φιλέτο μας, Νυχτέρι με ιδιαίτερα κρέατα, όπως το κουνέλι, μια βαρελάτη «Σαντορίνη» με ένα πλατό ελληνικών τυριών και μια δεξαμενή με τα όστρακα, τα ελαφρομαγειρεμένα θαλασσινά (σε ριζότο, πάστες ή σαλάτες) ή το κοτόπουλο. Και Vinsanto, το φημισμένο γλυκό λιαστό κρασί της Σαντορίνης, με μπλε τυριά, γλυκά ταψιού με ξηρούς καρπούς, ταρτάκια με πραλίνα – ή σκέτο, με τον καφέ.


Κουλούρα: τρόπος κλαδέματος, για προστασία από τους ανέμους.

Συμπυκνωμένη, αφομοιωμένη –γι’ αυτό και εύληπτη– γνώση προσφέρουν στον αναγνώστη τα κείμενα της Μερόπης Παπαδοπούλου. Δίπλα τους, οι εξαιρετικές φωτογραφίες των Γιάννη Γιαννέλου, Στέλλας Κρητικού, Φοίβου Παπαστρατή και Ζωής Χατζηγιαννάκη κάνουν το ξεφύλλισμα του λευκώματος (και) οπτική απόλαυση.

http://www.kathimerini.gr