Στο πλαίσιο συνέντευξης Τύπου, σε συνέχεια των εργασιών της Συνόδου Κορυφής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες (22-23 Μαρτίου 2018), ο Πρωθυπουργός, κ. Αλέξης Τσίπρας, ανέφερε:

«Θα ήθελα, πριν ξεκινήσω, να εκφράσω την απερίφραστη καταδίκη μου για τα δύο τρομοκρατικά χτυπήματα που έλαβαν  χώρα πριν από λίγο στην περιοχή της ΝΔ Γαλλίας και βεβαίως να εκφράσω εξ ονόματος του ελληνικού λαού τα συλλυπητήριά μου και την αλληλεγγύη μου στο γαλλικό  λαό. Όπως ξέρετε, η Εαρινή Σύνοδος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου είχε κρίσιμα θέματα για την Ευρώπη, το μέλλον της Ευρώπης, και για το διεθνή ρόλο της Ευρώπης. Θέματα εργασίας, ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας με αναφορές στα κοινωνικά ζητήματα, στο Ευρωπαϊκό Εξάμηνο και βέβαια το διεθνές εμπόριο. Για την επικείμενη πρωτοβουλία φορολόγησης των ψηφιακών ομίλων, το Brexit, το μέλλον της ευρωζώνης, αλλά και κρίσιμα ζητήματα γεωπολιτικής σημασίας, όπως οι ευρωτουρκικές σχέσεις, με ιδιαίτερη αναφορά στην προκλητική συμπεριφορά της Τουρκίας στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, η περιβόητη υπόθεση Σκριπάλ στη Βρετανία, τα Δυτικά Βαλκάνια και άλλα κρίσιμα γεωπολιτικής σημασίας θέματα.

Θέλω, λοιπόν, να ξεκινήσω από τη χτεσινή συζήτηση αναφορικά με τη φορολόγηση των εταιρειών ψηφιακής οικονομίας, αλλά και την ανάγκη για φορολογική σύγκλιση και δικαιοσύνη εντός της ΕΕ. Για την ανάγκη να υπάρξει φορολογική σύγκλιση για να μην υπάρχει αυτή η τεράστια απόκλιση από κράτος-μέλος σε κράτος-μέλος σε φορολογικούς συντελεστές, την οποία εκμεταλλεύονται πολυεθνικές επιχειρήσεις-κολοσσοί προκειμένου να αξιοποιούν μεθόδους φοροαποφυγής, και βεβαίως για την ανάγκη  να αντιμετωπιστούν οι φορολογικοί παράδεισοι και να περιοριστεί ο φορολογικός ανταγωνισμός μέσα στην ΕΕ.

Εξέφρασα τη σύμφωνη γνώμη της Ελλάδας στην πρωτοβουλία επιβολής ενός ευρωπαϊκού φόρου σε αυτούς τους πολυεθνικούς ψηφιακούς κολοσσούς, όχι για ένα εθνικό φόρο, όχι για ένα φόρο που θα επιβαρύνει τους πολίτες μας, αλλά ένα νέο «πόρο», θα έλεγα, της Ένωσης που θα αυξήσει τα έσοδα του προϋπολογισμού, κάτι ιδιαίτερα κρίσιμο όταν ιδίως μετά την αποχώρηση της Βρετανίας μειώνεται ο προϋπολογισμός. Και ένα φόρο ο οποίος πρέπει να επιβληθεί εκεί όπου οι εταιρείες αυτές παράγουν πλούτο. Πρέπει όχι μόνο να φορολογήσουμε αυτές τις εταιρείες, αλλά να κάνουμε και τη φορολόγησή τους αποτελεσματική κλείνοντας παράλληλα τα νομοθετικά κενά που επιτρέπουν σήμερα αυτή τη δραστηριότητα της φοροαποφυγής.

Και βεβαίως γι’ αυτό το λόγο, θα πρέπει να εργαστούμε το επόμενο διάστημα ώστε να θεσμοθετήσουμε ένα ενιαίο, σαφές και δίκαιο καθεστώς φορολογίας, αλλά και μια κοινή ενοποιημένη βάση εταιρικής φορολογίας ώστε να μην συνεχίζεται αυτή η αθέμιτη κερδοσκοπία θα έλεγα, αυτή η αθέμιτη δραστηριότητα.

Επίσης, επεσήμανα ότι θα πρέπει να αυστηροποιήσουμε το θεσμικό πλαίσιο σε σχέση με τους φορολογικούς παραδείσους. Δεν είναι μόνο ότι πλήττουν την έννοια της φορολογικής δικαιοσύνης, που είναι θεμελιώδης για τους πολίτες μας, αλλά και το ότι είναι παράδοξο και παράλογο από τη μια να συζητούμε και να προωθούμε την εμβάθυνση της ευρωζώνης και τη δημοσιονομική ολοκλήρωση και από την άλλη να εθελοτυφλούμε σε αυτή την πραγματικότητα, να συντηρούμε τη φορολογική αδιαφάνεια, να συντηρούμε το φορολογικό ανταγωνισμό μεταξύ των κρατών-μελών, που είναι  μια από τις αιτίες του κοινωνικού dumping, και να κλείνουμε τα μάτια στους φορολογικούς παραδείσους. Ή το ένα θα έχουμε ή το άλλο. Ή εμβάθυνση της ευρωζώνης και δημοσιονομική ολοκλήρωση ή διατήρηση αυτών των ανισορροπιών.

Συζητήσαμε επίσης για τον ετήσιο κύκλο συντονισμού της οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής στην Ένωση, δηλαδή το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο. Καταθέσαμε εκεί συγκεκριμένη πρόταση, τη γνωρίζετε κι από τη χειμερινή σύνοδο, για την ενσωμάτωση στο Ευρωπαϊκό Εξάμηνο του Ευρωπαϊκού Πυλώνα Κοινωνικών Δικαιωμάτων που αποφασίσαμε στο Γκέτεμποργνκ, με δεσμευτικό όμως χαρακτήρα. Η πρότασή μας στηρίχθηκε από αρκετές χώρες, αλλά δεν υπήρξε δυστυχώς ομοφωνία. Το ζήτημα αυτό για μας είναι σοβαρό, αναδεικνύει μια Ευρώπη που δεν έχει θεσμικά αντίβαρα στη θεσμική ενσωμάτωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, δεν έχει  θεσμικά αντίβαρα στη συγκρότηση κοινωνικών δομών προστασίας και αυτό για μας αποτελεί ένα διαρκές πλήγμα, άρα ταυτόχρονα και ένα διαρκές αίτημα, ένα διαρκή στόχο στην προοπτική της διεκδίκησης μιας πιο κοινωνικής Ευρώπης.

Το τελευταίο θέμα στην ατζέντα συζήτησης σήμερα το μεσημέρι ήταν οι αλλαγές στην αρχιτεκτονική της ευρωζώνης, αλλαγές που επεξεργάζεται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και αυτές συζητήθηκαν στο πλαίσιο της συνάντησης των ηγετών των κρατών-μελών της ευρωζώνης, των χωρών του ευρώ δηλαδή.

Για μας η μεταρρύθμιση της ευρωζώνης θα πρέπει να συμβαδίζει με την αντιμετώπιση των διαπιστωμένων ανισορροπιών της, ώστε να είναι πραγματική και βιώσιμη. Αλλιώς, θα πρόκειται για έναν εξωραϊσμό της σημερινής πραγματικότητας, ο οποίος όμως δεν πρόκειται να ξεγελάσει κανέναν. Θα είναι μια ακόμα υπεκφυγή μέχρι να βρεθούμε μπροστά στην επόμενη κρίση και να τρέχουμε χωρίς να έχουμε εργαλεία για να την αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά.

Επεσήμανα ότι δεν μπορούμε να προετοιμαζόμαστε για την καλύτερη δυνατή αντιμετώπιση κρίσεων, αξιοποιώντας και χρησιμοποιώντας τα υλικά που είχαμε μέχρι σήμερα. Πρέπει να βρούμε νέα υλικά. Δεν μπορούμε να ανακυκλώνουμε τα υλικά της κρίσης, τα υλικά αυτά τα οποία  μας οδήγησαν σε κρίσεις. Μίλησα για την ανάγκη άρσης της μακροοικονομικής ανισορροπίας που είναι εμφανής στο πλαίσιο της ευρωζώνης κι αυτή έχει να κάνει κυρίως με τα συστηματικά υψηλά πλεονάσματα, ιδίως των χωρών του Βορρά, στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

 

Για να το εξηγήσω, τα ελλείμματα του Νότου πολλές φορές είναι ο καθρέφτης των πλεονασμάτων του Βορρά. Και βεβαίως, υπάρχουν κανόνες που τους τηρούμε με πολύ μεγάλη αυστηρότητα σε ό,τι αφορά τη δημοσιονομική πειθαρχία και την προσπάθεια να μην ξεφεύγουν τα ελλείμματα, αλλά δεν υπάρχει κανένας αποτελεσματικός θεσμός επιτήρησης ή πολιτική βούληση, αν θέλετε, ούτως ώστε να τηρούνται και οι κανόνες σε σχέση με τα πλεονάσματα των χωρών του Βορρά. Με την έννοια αυτή, θεωρώ και το κατέθεσα στους συναδέλφους μου ότι οι νέοι θεσμοί της ευρωζώνης, τους οποίους συζητάμε, θα πρέπει να ανταποκρίνονται στις αρχές της αλληλεγγύης και του επιμερισμού των κινδύνων. Και σε αυτό πλαίσιο, μεταξύ άλλων, υποστήριξα την ανάγκη να υπάρχει ένας ισχυρός προϋπολογισμός της ευρωζώνης με σταθεροποιητικό, επενδυτικό και αναδιανεμητικό ρόλο.

Θα πρέπει να υπάρχει ένα αξιόπιστο ευρωπαϊκό σύστημα εγγύησης καταθέσεων με μηχανισμό στήριξης, το λεγόμενο “fiscal backstop”, στήριξης  από το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο, όπως αναμένουμε να μετεξελιχθεί ο ESM, και την τραπεζική ολοκλήρωση.

Σε ό,τι αφορά τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας: Υποστήριξα την ανάγκη να μετεξελιχθεί σε ένα Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο. Υποστήριξα την άποψη ότι έχουμε αργήσει, ότι ήταν έλλειμμα για την Ευρώπη και αδυναμία της Ευρώπης που δεν είχε την ισχυρή αυτοπεποίθηση να στηριχτεί στις δικές της δυνάμεις τόσα χρόνια και έπρεπε να καλεί τους τεχνοκράτες του ΔΝΤ στα του οίκου της. Υποστήριξα όμως ταυτόχρονα ότι αυτό το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο, η μετεξέλιξη του ESM, θα πρέπει να λειτουργεί όχι ως ένας ανεξάρτητος τεχνοκρατικός οργανισμός, αλλά με δημοκρατική λογοδοσία και χωρίς να αναλάβει αρμοδιότητες που σήμερα έχει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στη μακροοικονομική και δημοσιονομική εποπτεία.

Υποστήριξα την ανάγκη να υπάρξει ένας υπουργός  Οικονομίας και Οικονομικών σύμφωνα με την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ταυτόχρονα όμως υποστήριξα την ανάγκη  πέρα από αυτές τις σημαντικές πρωτοβουλίες, να υπάρξει και εμβάθυνση της δημοκρατίας και της λογοδοσίας. Και ο υπουργός, αλλά κυρίως τα κρίσιμα θεσμικά όργανα της ευρωζώνης, πρέπει να υπόκεινται στο διαρκή δημοκρατικό έλεγχο. Να σταματήσει αυτό το σκάνδαλο, όπως έχουν πει κι άλλοι κι όχι μόνο εγώ, που ζήσαμε, ιδίως με την ελληνική κρίση, ένα άτυπο όργανο, ένας άτυπος θεσμός, το Eurogroup, να παίρνει κρίσιμες αποφάσεις κεκλεισμένων των θυρών, χωρίς διαφάνεια, χωρίς λογοδοσία, χωρίς έλεγχο και βεβαίως αυτό έχει κι ως αποτέλεσμα να παίρνει λάθος αποφάσεις, λάθη τα οποία στοίχισαν πολύ μεγάλες κοινωνικές πληγές ιδίως στη χώρα μας, ιδίως στην Ελλάδα.

Έρχομαι τώρα στα θέματα που αφορούν το διεθνή και περιφερειακό ρόλο της ΕΕ. Όπως γνωρίζετε, έγινε πολύ μεγάλη συζήτηση σε ό,τι αφορά τις ευρωτουρκικές σχέσεις. Μαζί με τον Πρόεδρο Αναστασιάδη είχαμε την ευκαιρία να παρουσιάσουμε για άλλη μία φορά τις κλιμακούμενες προκλητικές ενέργειες της Τουρκίας τόσο στο Αιγαίο όσο και στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, σε σχέση με την Κυπριακή Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη. Στο πλαίσιο αυτό τόνισα ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μία ποιοτική αλλαγή στη συμπεριφορά της Τουρκίας, την οποία πρέπει να εκτιμήσουμε με σοβαρότητα. Μία ποιοτική αλλαγή η οποία πρέπει να μας ανησυχήσει. Τόνισα, παρόλα αυτά, ότι η Ελλάδα θα επιχειρεί πάντα να αξιοποιεί τους διαύλους επικοινωνίας που έχει κατακτήσει με κόπο με τη γείτονα χώρα, ότι θα συνεχίσει στρατηγικά να στηρίζει την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας στην ΕΕ, παρότι αυτή το τελευταίο διάστημα κινείται σε αντίθετη κατεύθυνση. Τόνισα ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει την προσπάθεια να υπάρξει η καλύτερη δυνατή συνεργασία με την Τουρκία στην αντιμετώπιση σημαντικών περιφερειακών προκλήσεων, όπως η μεταναστευτική κρίση, και ότι θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει με ψυχραιμία και νηφαλιότητα οποιαδήποτε δυσκολία, όπως οφείλει να κάνει μια ευρωπαϊκή χώρα που επιδιώκει την ειρήνη, την ασφάλεια και τη σταθερότητα στην περιοχή της. Αλλά επίσης τόνισα ότι από εδώ και στο εξής θα πρέπει να είναι απολύτως σαφές προς όλους ότι η Ελλάδα είναι αποφασισμένη να προασπίζει, και θα προασπίζει, στο ακέραιο με αποφασιστικότητα και με αποτελεσματικότητα τα κυριαρχικά της δικαιώματα έναντι οποιασδήποτε απειλής και οποιασδήποτε αμφισβήτησης. Και σε ό,τι αφορά ειδικότερα την προάσπιση των συνόρων μας, τα οποία είναι ταυτοχρόνως και τα σύνορα της ΕΕ, τα ανατολικά και νοτιοανατολικά σύνορα της ΕΕ, ζήτησα ξεκάθαρες πια εγγυήσεις, προκειμένου να προχωρήσει οποιοσδήποτε ευρωτουρκικός διάλογος. Πρέπει να γίνει σαφές στην Τουρκία ότι οφείλει το ταχύτερο δυνατό να εγκαταλείψει λογικές διαρκούς προκλητικότητας, καθώς από αυτές δεν έχει να κερδίσει απολύτως τίποτα, παρά μόνο να χάσει. Στο πλαίσιο αυτό και λαμβάνοντας αυτές τις εγγυήσεις από τους εταίρους μας, υποστήριξα την πραγματοποίηση της Συνόδου της Βάρνας. Όπως ξέρετε, οι εταίροι μας εξέφρασαν χθες βράδυ την απόλυτη αλληλεγγύη τους, καταδικάζοντας με έντονο τρόπο τις παράνομες τουρκικές ενέργειες και καλώντας την Τουρκία να σέβεται το διεθνές δίκαιο και να εξομαλύνει τις σχέσεις της με όλα τα κράτη-μέλη, συμπεριλαμβανομένης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Είναι νομίζω σαφές ότι πρόκειται γενικότερα για ένα ξεκάθαρο μήνυμα προς τη γείτονα και σίγουρα το πιο ισχυρό που έχει διατυπωθεί στην ιστορία της ΕΕ και ειδικότερα το πιο ισχυρό σε ό,τι αφορά το Αιγαίο. Γιατί για την Κύπρο και άλλες φορές έχουν διατυπωθεί ισχυρά μηνύματα, αλλά νομίζω ότι σε ό,τι αφορά το Αιγαίο ήταν το ισχυρότερο μήνυμα που έχει διατυπωθεί ποτέ σε Συμπεράσματα της ΕΕ.

Ασφαλώς είχα την ευκαιρία σε αυτό το πλαίσιο να ενημερώσω τους εταίρους μας και για τη συνεχιζόμενη κράτηση των δύο Ελλήνων στρατιωτικών στην Τουρκία, ζητώντας εγγυήσεις ότι το ζήτημα αυτό θα εγερθεί στη Βάρνα. Όπως γνωρίζετε, εξασφαλίστηκε σαφής αναφορά στα Συμπεράσματα για τους δύο Έλληνες στρατιωτικούς, για την ανάγκη γρήγορης και θετικής επίλυσης του ζητήματος και με διαβεβαίωσαν, τόσο ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όσο και ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ότι θα θέσουν το ζήτημα αυτό στη συνάντησή τους στη Βάρνα στον Πρόεδρο Ερντογάν. Επιτρέψτε μου εδώ να κάνω ένα μικρό σχόλιο. Είναι προφανές ότι μπαίνουμε σε μια νέα φάση όσον αφορά το θέμα των δύο στρατιωτικών μας. Όλο το προηγούμενο διάστημα καταβάλαμε κάθε προσπάθεια ώστε το θέμα αυτό να λυθεί σε διμερές επίπεδο με τη διακριτική πάντοτε υποστήριξη των εταίρων μας και να λυθεί πριν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Μαρτίου. Αυτό, όπως διαπιστώσατε, δεν κατέστη δυνατό. Θα συνεχίσουμε τις προσπάθειές μας μέσω των διμερών μας διαύλων – δεν εγκαταλείπουμε τους διμερείς διαύλους – αλλά παράλληλα στηριζόμαστε στην επίσημη και ανοικτή πια κινητοποίηση των εταίρων μας, των συμμάχων μας και των ευρύτερων ερεισμάτων που έχει η Ελλάδα.

Θα ήθελα στο πλαίσιο αυτό να σας ενημερώσω ότι είχα την ευκαιρία χθες το πρωί να συνομιλήσω και με τον Πρόεδρο Πούτιν, προκειμένου να τον συγχαρώ για την επανεκλογή του. Συνομιλήσαμε βεβαίως για τις επαφές των χωρών μας στην επόμενη περίοδο και τη διμερή μας συνεργασία, παράλληλα, όμως, είχα την ευκαιρία να τον ενημερώσω και για τις θέσεις μας σε σχέση με την Τουρκία, ενόψει μάλιστα της συνάντησης που θα έχει με τον Πρόεδρο Ερντογάν στην Κωνσταντινούπολη περίπου σε μια εβδομάδα από τώρα, στις 3 του Απρίλη. Συζητήσαμε παράλληλα και για μεγάλα κρίσιμα ζητήματα που αφορούν την παγκόσμια ασφάλεια, συζητήσαμε για τις αμερικανορωσικές σχέσεις, σε συνέχεια του τηλεφωνήματος που είχε προχθές με τον Πρόεδρο Τραμπ, συζητήσαμε και για τις ευρωρωσικές σχέσεις, οι οποίες είναι ιδιαίτερα επιβαρυμένες μετά τη δολοφονική επίθεση στο Salisbury. Στο πλαίσιο αυτό εξέφρασα την πεποίθηση ότι θα πρέπει να διαλευκανθεί το συντομότερο δυνατό αυτή η υπόθεση και με τη συνεργασία της Ρωσίας. Εξέφρασα και στον Πρόεδρο Πούτιν αλλά και αργότερα στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο την αμέριστη αλληλεγγύη μας με τη Βρετανία, τονίζοντας ότι η επίθεση με χημικά όπλα εντός κράτους-μέλους της ΕΕ είναι μια επίθεση στην κοινή ευρωπαϊκή μας ασφάλεια. Υπογράμμισα στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο την ανάγκη να είμαστε αποφασιστικοί στο ζήτημα αυτό, ωστόσο την ίδια στιγμή υπογράμμισα και την ανάγκη να αφήνουμε πάντα ανοικτό το δίαυλο του διαλόγου με τη Ρωσία, αλλά να αφήσουμε και ένα ανοικτό παράθυρο μέσα από την ολοκλήρωση της έρευνας του αρμόδιου διεθνούς οργανισμού πριν έχουμε τα τελικά μας συμπεράσματα. Υπενθύμισα πως, όταν η Ελλάδα μιλάει για διάλογο που πρέπει να διατηρηθεί, μακριά από ψυχροπολεμικές λογικές, αυτό δεν το κάνει εκ του ασφαλούς. Το υποστηρίζουμε καθημερινά με τις πράξεις μας στις πιο δύσκολες συνθήκες. Διότι στην περίπτωση των παραβιάσεων της δικής μας κυριαρχίας – ας το πω έτσι – που έχουμε καθημερινά στο Αιγαίο, δεν έχουμε υψηλή πιθανότητα, έχουμε δεδομένα. Αλλά εμείς δε ζητάμε να σταματήσει η επαφή, ο διάλογος και η συνεννόηση με την Τουρκία, και το ίδιο συμβούλεψα – να χρησιμοποιήσω αυτή τη λέξη – τους εταίρους μας ότι πρέπει να κάνει η ΕΕ σε σχέση και με τη Ρωσία, όσο κι αν αυτή η σχέση είναι δύσκολη.

Βεβαίως στα Συμπεράσματα υπάρχει αναφορά και στα Δυτικά Βαλκάνια. Η Σύνοδος της Σόφιας για τα Δυτικά Βαλκάνια το Μάιο είναι ένα πολύ σημαντικό γεγονός, αλλά και στη Σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου τον Ιούνιο θα έχουμε τη δυνατότητα να συζητήσουμε και για τη διεύρυνση της ΕΕ. Είχα, λοιπόν, την ευκαιρία να ενημερώσω κατ’ ιδίαν τους ομολόγους μου για τις διαπραγματεύσεις που διεξάγονται και μάλιστα σε φυσικό χρόνο, εξ όσων γνωρίζετε, με την Αλβανία, αλλά και με την πΓΔΜ. Σήμερα, όπως γνωρίζετε, ο Έλληνας Υπουργός Εξωτερικών βρίσκεται στα Σκόπια, σε μια υψηλού συμβολισμού επίσκεψη, δεδομένου ότι είναι η πρώτη φορά, αν δεν κάνω λάθος, μετά από δώδεκα τουλάχιστον χρόνια που προσγειώνεται ελληνικό αεροσκάφος στο αεροδρόμιο των Σκοπίων, δεδομένου ότι από το 2005 και έως προχθές είχε μία ονομασία το αεροδρόμιο αυτό που εμπόδιζε τις σχέσεις ειλικρίνειας ανάμεσα στις δύο χώρες. Με τη μετονομασία του αεροδρομίου νομίζω ότι δόθηκε αυτή η δυνατότητα. Αυτό έχει έναν υψηλό συμβολισμό. Βεβαίως οι διαπραγματεύσεις είναι σε εξέλιξη. Η θέση μας είναι σταθερή: ότι η έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με τις δύο αυτές χώρες θα είναι δυνατή μόνο εφόσον θα πληρούνται όλοι οι συμφωνημένοι από το Συμβούλιο όροι και οι προϋποθέσεις. Αναζητούμε, ιδιαίτερα με την πΓΔΜ, έναν έντιμο συμβιβασμό, ο οποίος θα είναι επωφελής όχι μόνο για τις δύο χώρες, αλλά και για την Ευρώπη συνολικά, στο πλαίσιο πάντα των αρχών και των θέσεων που έχουμε περιγράψει, θέσεις οι οποίες νομίζω ότι είναι γνωστές από την ελληνική πλευρά εδώ και πάνω από μία δεκαετία.

Με αυτές τις σκέψεις – ίσως λίγο πιο αναλυτική εισαγωγή από άλλες φορές, αλλά είχαμε πολλά θέματα, οπότε θα με δικαιολογήσετε – θα σας δώσω το λόγο για τις ερωτήσεις σας».

ΠΑΝΤΕΛΑΚΗΣ: Έχουμε για πρώτη φορά αυτό το τόσο ηχηρό μήνυμα της ΕΕ προς την Τουρκία,  σε συνδυασμό με τη συνάντηση στη Βάρνα, τη δήλωση Τραμπ, τη δέσμευση Πούτιν ότι θα συζητήσει το θέμα των τουρκικών ενεργειών με τον Πρόεδρο Ερντογάν. Μπορούν όλα αυτά να οδηγήσουν σε αναδίπλωση την Άγκυρα και τερματισμό των προκλητικών ενεργειών, αλλά και της ακραίας ρητορικής αυτού του τελευταίου ειδικά διαστήματος;

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: «Θέλω να το πιστεύω αυτό. Θέλω να πιστεύω ότι θα πρυτανεύσει η λογική κι ότι το επόμενο διάστημα θα έχουμε μια αλλαγή συμπεριφοράς. Εγώ από τη πρώτη στιγμή είχα δηλώσει ότι αυτή η στάση πρωτίστως δεν ευνοεί τα συμφέροντα της Τουρκίας στην περιοχή. Και βεβαίως δεν ευνοεί τη συνεργασία, την ειρήνη, τη συνεννόηση που είναι ένας πολύ σταθερός πυλώνας, πάνω στον οποίο μπορούν να οικοδομηθούν οι σχέσεις της καλής γειτονίας. Νομίζω ότι υπάρχουν πολλοί οι οποίοι ανησυχούν για το εάν αυτή η συμπεριφορά οφείλεται σε μια στρατηγική επιλογή ή σε γεγονότα τα οποία λαμβάνουν χώρα το τελευταίο διάστημα και έχουν να κάνουν είτε με εσωτερικές εντάσεις είτε με τις εξελίξεις στη Συρία. Σε κάθε περίπτωση, εγώ αυτό που θέλω να επαναλάβω είναι ότι εμείς θα μείνουμε προσηλωμένοι  στην προσπάθεια να έχουμε το χέρι του διαλόγου και της φιλίας τεταμένο προς την άλλη πλευρά. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει αδυναμία. Η Ελλάδα είναι μια χώρα ισχυρή, η Ελλάδα είναι μια χώρα, η οποία ανήκει στην ΕΕ και έχει πλέρια την αλληλεγγύη των χωρών-μελών της ΕΕ, του συνόλου της ΕΕ, και είναι μια χώρα η οποία γνωρίζει να υπερασπιστεί με αποτελεσματικότητα τα κυριαρχικά της δικαιώματα. Θέλουμε τη συνεργασία, θέλουμε το διάλογο, θέλουμε τη συνεννόηση, θέλουμε την ειρήνη. Αυτό θέλουμε, αλλά γνωρίζουμε πάρα πολύ καλά και να διεκδικούμε το δίκιο μας».

ΤΣΑΚΙΡΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, θα ήθελα να σας ρωτήσω πρακτικά αυτές οι ιστορικές αναφορές και μάλιστα ιδιαίτερα η αναφορά στους δύο Έλληνες στρατιωτικούς πώς πιστεύετε ότι μπορεί να βοηθήσει στην απελευθέρωσή τους και την επιστροφή τους στην Ελλάδα κι αν εντάσσετε στις πληροφορίες που υπήρχαν, ότι θα είναι σκληρό το κείμενο για την Τουρκία, την προσπάθεια με τα δημοσιεύματα στη γειτονική χώρα για τα κινητά των δύο στρατιωτικών, ότι υπήρχαν μέσα στρατιωτικά σχεδιαγράμματα κι όλα αυτά που είδαμε χτες.

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: «Δεν θέλω να μπω σε αυτή τη συζήτηση. Νομίζω φτάνει αυτή η ιστορία. Είχαμε μια ιστορία κατασκοπείας που μας πήρε αρκετές ώρες να την συζητάμε. Δεν θέλουμε και μια δεύτερη. Θέλω να πω με μεγάλη σαφήνεια ότι όποιος επιχειρήσει να αξιοποιήσει ένα γεγονός το οποίο είναι προφανέστατο, προφανές σε όλους, ότι είναι γεγονός που συνέβη εκ παραδρομής, προκειμένου να εγείρει ζήτημα ανάμεσα στις δύο χώρες, θα κάνει τεράστιο λάθος και απέναντι στην αξιοπιστία του, αλλά και απέναντι στις σχέσεις εμπιστοσύνης που έχουμε επιχειρήσει να στήσουμε όλο το τελευταίο διάστημα. Θεωρώ ότι αυτά τα δημοσιεύματα δεν έχουν τίποτα να προσθέσουν παρά μόνο να δημιουργήσουν ένα σοβαρό ρήγμα στην αξιοπιστία της γείτονος και εύχομαι το συντομότερο δυνατό να διαψευστούν».

ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ: Κύριε Πρόεδρε, μιλήσατε για ποιοτική αλλαγή της συμπεριφοράς της Τουρκίας. Φοβάστε θερμό επεισόδιο στο Αιγαίο; Και σας ρωτάω γιατί πληθαίνουν οι πληροφορίες που θέλουν και τον αμερικανικό παράγοντα να εκφράζει κάποιους τέτοιους φόβους, δηλαδή ότι η Τουρκία μπορεί να στήσει ένα θερμό επεισόδιο στο Αιγαίο και μάλιστα σε κατοικημένη περιοχή…

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: «Κοιτάχτε, δεν φοβόμαστε. Και δεν πρέπει και ο ελληνικός λαός να έχει αυτή την αίσθηση του φόβου. Δεν φοβόμαστε πρώτα και κύρια διότι έχουμε την αποτρεπτική ικανότητα. Δεύτερον διότι μια τέτοια ενέργεια είναι σαφές ότι όποιος την προκαλούσε, ουσιαστικά θα ήταν σαν να πυροβολούσε τα δικά του πόδια. Μπορεί να θεωρούμε πολλές φορές ότι οι γείτονές μας αρέσκονται στις προκλήσεις, μπορεί να θεωρούμε ότι είναι οξύθυμοι, μπορεί να θεωρούμε ότι πολλές φορές είναι φωνακλάδες και πολυλογάδες, αλλά δεν τους θεωρούμε ανόητους. Υπό αυτή την έννοια θεωρώ ότι δεν θα πρέπει να κυριαρχήσει στη δημόσια συζήτηση ένας διαρκής φόβος και νομίζω ότι η παρουσία μας εδώ, η ευρύτατη αλληλεγγύη που δέχτηκε η Ελλάδα από όλους τους διεθνείς οργανισμούς στους οποίους μετέχει, είναι ένα δείγμα, αν θέλετε, της εμπιστοσύνης που έχουν σε μας, αλλά  και που εμείς πρέπει να έχουμε προς τους εταίρους μας, ένα δείγμα ασφάλειας το οποίο θα πρέπει να αξιολογήσουμε θετικά. Δεν φοβόμαστε, αλλά ταυτόχρονα προβληματιζόμαστε. Προβληματιζόμαστε διότι σήμερα θα έπρεπε να συζητάμε για άλλα πράγματα. Σήμερα θα έπρεπε να συζητάμε για το πώς θα προετοιμάζουμε την διακυβερνητική Διάσκεψη που μετά τη Σμύρνη, όπου είχα πάει, είναι να γίνει στην ελληνική πλευρά και άρα να δούμε με ποιο τρόπο θα εξασφαλίσουμε την καλύτερη συνεργασία για επενδύσεις, για κοινές πρωτοβουλίες στο Αιγαίο προκειμένου μαζί, από κοινού, να αξιοποιήσουμε τις δυνατότητες που μας δίνει ο τουρισμός, να έχουμε να προσελκύσουμε περισσότερους τουρίστες, να έλθουν Τούρκοι τουρίστες στην Ελλάδα, να πάνε Έλληνες στην Τουρκία. Θα έπρεπε να συζητάμε γι’ αυτά και όχι για θερμά επεισόδια και για ανοησίες. Και υπό αυτή την έννοια, θα ήθελα με την ευκαιρία να απευθύνω μια έκκληση προς την άλλη πλευρά να συνειδητοποιήσουν ότι αυτός ο δρόμος δεν οδηγεί πουθενά. Και πρέπει όλοι να σοβαρευτούμε και κυρίως αυτοί να σοβαρευτούν και να σταματήσουν αυτές τις προκλήσεις. Πιστεύω ότι το μήνυμα είναι σαφές, είναι ισχυρό, ισχυρότερο δεν θα μπορούσε να γίνει. Θέλω να επαναλάβω ότι εμείς παραμένουμε προσηλωμένοι στις αρχές καλής γειτονίας και θα έπρεπε αυτό να το έχουν αναγνωρίσει. Δεν υπάρχει άλλη χώρα στην ΕΕ που με τόση επιμονή να υποστηρίζει την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας. Εμείς θέλουμε λοιπόν τη συνεργασία , θέλουμε τη συνεννόηση και γι’ αυτό, αν θέλετε, έχουμε πάρει και όλες αυτές τις πρωτοβουλίες προκειμένου να πείσουμε τους γείτονες ότι πρέπει να συνέλθουν και να προσχωρήσουν στην κοινή λογική».

ΑΝΤΖΟΛΕΤΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, μιλήσατε μόλις τώρα για ένα ηχηρό μήνυμα που ήρθε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο προς τη γειτονική χώρα, ένα μήνυμα που όντως ήταν σε υψηλούς τόνους και ουσιαστικά βλέπουμε και μία αλλαγή πλεύσης, γιατί είπατε πλέον πως δεν είναι ένα διμερές θέμα. Υψηλούς τόνους, όμως, όλο το τελευταίο διάστημα είχε χρησιμοποιήσει και ο κυβερνητικός σας εταίρος, ο κ. Καμμένος. Και ήθελα να σας ρωτήσω, επειδή και σήμερα έκανε μία αναφορά, εσείς τι πιστεύετε; Είναι τελικά όμηροι οι δύο Έλληνες στρατιωτικοί ή δεν είναι;

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: «Κοιτάξτε, κ. Αντζολέτο, είναι προφανές ότι στα πλαίσια ενός καταμερισμού καθηκόντων και μέσα σε μία κυβέρνηση δεν είναι απαραίτητο να χρησιμοποιούν όλοι την ίδια ορολογία και τους ίδιους τόνους. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει συνεννόηση. Λοιπόν, μιας και με ρωτάτε, θα σας απαντήσω ότι έχουμε ένα γεγονός, το οποίο θα μπορούσε να έχει λυθεί την ίδια μέρα. Δεν λύθηκε την ίδια ημέρα και αυτό είναι κάτι το οποίο μας προβληματίζει. Έχουμε από κει και πέρα τη μεταφορά των δύο Ελλήνων στρατιωτικών σε φυλακές υψηλής ασφάλειας στην Αδριανούπολη και την εδώ και 20 μέρες παραμονή τους εκεί χωρίς να έχει προχωρήσει η δικαστική διαδικασία προκειμένου να γνωρίζουμε για ποιο λόγο κρατούνται και για τι κατηγορούνται. Αυτό από μόνο του είναι προφανές ότι μπορεί να δημιουργεί ερωτηματικά, αμφιβολίες, καχυποψία. Όσο το γρηγορότερο, λοιπόν, αυτό λυθεί, τόσο – νομίζω – πιο ξεκάθαρες θα είναι και οι προοπτικές των σχέσεων των χωρών μας, ώστε να επανέλθουν στο επίπεδο της καλής γειτονίας και της συνεννόησης που θα έπρεπε να είναι. Από εκεί και πέρα, επαναλαμβάνω ότι, εάν στις σκέψεις κάποιων είναι ένα γεγονός, το οποίο θα μπορούσε να συμβεί είτε από τη μία είτε από την άλλη πλευρά, να αξιοποιηθεί με όρους ομηρίας, τότε αυτό νομίζω ότι θα έπρεπε να το ξανασκεφτούνε και μία δεύτερη και μία τρίτη φορά, διότι νομίζω ότι θα είχε πολύ αρνητική επίδραση τόσο στις ελληνοτουρκικές όσο όμως και στις ευρωτουρκικές σχέσεις. Θέλω να πιστεύω, ακόμα, ότι δεν υπάρχει τέτοια επιλογή και ότι πολύ γρήγορα θα έχουμε μία θετική εξέλιξη».

ΡΟΥΜΠΟΣ: Εάν μπορείτε να μας πείτε από τη συζήτηση με τον κ. Πούτιν, σε όλα αυτά που είπατε, εάν περιλαμβάνεται και πιθανότητα να κάνει κάποια παρέμβαση στον Πρόεδρο Ερντογάν, τον οποίο θα δει σύντομα, για το θέμα των δύο Ελλήνων στρατιωτικών, αλλά και για την κατάσταση στο Αιγαίο.

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: «Κύριε Ρούμπο, γνωρίζετε πολύ καλά, γιατί με γνωρίζετε καιρό, ότι από θέση αρχής δεν συνηθίζω να δημοσιοποιώ τις θέσεις και τις προθέσεις των συνομιλητών μου σε κατ’ ιδίαν τηλεφωνικές επικοινωνίες, πόσο δε μάλλον όταν αυτοί οι συνομιλητές μου είναι ηγέτες σημαντικών χωρών. Εγώ μπορώ να σας πω ότι εξέθεσα στον Πρόεδρο Πούτιν τις θέσεις μας, τις απόψεις μας τόσο όσον αφορά τα μεγάλα ζητήματα που αφορούν τη διεθνή ασφάλεια, τις ευρω-ρωσικές σχέσεις, αλλά και την ανησυχία μας για τη στάση της Τουρκίας στην περιοχή όλο το τελευταίο διάστημα. Προφανώς του μετέφερα και τις θέσεις και τις απόψεις μας σε ό,τι αφορά το ζήτημα των δύο στρατιωτικών».

 

ΤΣΙΚΡΙΚΑ: Κύριε Πρόεδρε, την ώρα που η Ευρώπη έστελνε ένα ηχηρό μήνυμα στον κ. Ερντογάν, είπατε μάλιστα ότι έχει και μία ιστορική σημασία το γεγονός ότι αναφέρθηκαν σε παράνομες ενέργειες στο Αιγαίο, την ίδια ώρα ο κ. Ερντογάν ετοιμάζεται να στείλει γεωτρύπανο στην ΑΟΖ της Κύπρου, επιπλέον έκανε επίθεση στην Ευρώπη σε σχέση με το μήνυμα αυτό λέγοντας ότι δεν είναι δουλειά της να παρεμβαίνει στη δικαιοσύνη και πραγματικά αυτό που έχουμε σαν απορία είναι ότι, εάν η Τουρκία αρνηθεί να λάβει αυτό το μήνυμα, ποια είναι τα επόμενα βήματα; Τι σκέφτεστε; Υπάρχουν ακόμα φωνές, για παράδειγμα, που πιστεύουν ότι πρέπει να σταματήσει η ευρωπαϊκή της προοπτική; Υπάρχουν κάποια μέτρα που επεξεργάζεστε;

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: «Κοιτάξτε, κυρία Τσικρίκα, δεν είχα την εντύπωση ότι μετά το χθεσινοβραδινό ισχυρό μήνυμα, σήμερα το πρωί ο κ. Ερντογάν θα ζητούσε συγγνώμη ή θα άλλαζε άρδην τη στρατηγική του. Πιστεύω, όμως, ότι (ο κ. Ερντογάν) με όλα αυτά τα γεγονότα που αφορούν όχι μόνο τη στάση της Ελλάδας, που είναι μια στάση ωριμότητας, σοβαρότητας, υπευθυνότητας, όχι επιθετική απέναντι στην Τουρκία, αλλά μία στάση ωριμότητας, επαναλαμβάνω, το γεγονός ότι τόσο η ΕΕ όσο και ο λεγόμενος διεθνής παράγοντας ζυγίζουν όλα αυτά τα οποία συμβαίνουν, θα τα συνυπολογίσει και θα πάρει τις αποφάσεις του».

MILEVSKA (MIA, πΓΔΜ): Θα ήθελα να μάθω, πρώτα απ’ όλα, με τον Υπουργό σας των Εξωτερικών στα Σκόπια αυτή τη στιγμή, τι είδους ενημέρωση έχετε; Θα έχει ο κ. Νίμιτς σύντομα κάτι χειροπιαστό από τις συναντήσεις του κ. Κοτζιά προκειμένου να προχωρήσει; Το Ρωσικό Υπουργείο Εξωτερικών απείλησε την Δημοκρατία της Μακεδονίας δύο-τρεις μέρες πριν ότι η τυχόν προσχώρηση της Δημοκρατίας της Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στη σταθερότητα της περιοχής. Εφόσον η Ελλάδα είναι εγγυητής της σταθερότητας στην περιοχή τι μπορεί να κάνει προκειμένου να αποφευχθούν αυτές οι αρνητικές επιπτώσεις, λαμβάνοντας υπόψη την περίπτωση ότι εάν δεν υπάρξει συμφωνία για το όνομα, η Δημοκρατία της Μακεδονίας δεν θα εισέλθει στο ΝΑΤΟ.

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: «Καταρχάς κυρία Milevska να σας πω ότι εύχομαι σε λίγους μήνες να συστήνεστε εδώ ως εκπρόσωπος της “Gorna Macedonia”, ή εν πάση περιπτώσει με όποιο άλλο όνομα από κοινού συμφωνήσουμε – δεν προκρίνω το “Gorna”, μπορεί να συμφωνήσετε κάτι άλλο, να συμφωνήσουν δηλαδή οι Υπουργοί Εξωτερικών που βρίσκονται αυτή τη στιγμή σε διαπραγματεύσεις. Αυτό έχει μία αξία να το δείτε όλοι σας. Διότι κάποιοι νομίζουν ότι πάμε να δώσουμε εμείς ένα όνομα, το οποίο εδώ το χρησιμοποιούν πάνω από μια εικοσιπενταετία, να μην πω μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Θέλω να πω το εξής: Ο Υπουργός Εξωτερικών, ο κ. Κοτζιάς, βρίσκεται σήμερα στα Σκόπια, προκειμένου να επιχειρήσει να διερευνήσει τη δυνατότητα να υπάρξουν βήματα προς τα εμπρός, που θα μας δώσουν τη δυνατότητα να καταλήξουμε σε μία συμφωνία, η οποία όμως από τη δική μας την πλευρά έχει εδώ και πάρα πολύ καιρό περιγραφεί με πολύ μεγάλη σαφήνεια. Έχουμε δύο προϋποθέσεις, όχι δεκάδες, εκατοντάδες. Πολλά θέματα υπάρχουν, όλα είμαστε ανοιχτοί να τα συζητήσουμε με εποικοδομητικό τρόπο, αλλά υπάρχουν δύο προϋποθέσεις που για μας είναι πάρα πολύ σημαντικές. Η πρώτη προϋπόθεση είναι ότι πρέπει να βρεθεί ένας συμβιβασμός ως προς το όνομα, μία σύνθετη ονομασία είτε με γεωγραφικό είτε με χρονικό προσδιορισμό, για τον πολύ απλό λόγο ότι δεν μπορεί οι λαοί μας εις το διηνεκές να βρίσκονται σε μια διαρκή σύγκρουση, έχοντας την εντύπωση – και κυρίως ο ελληνικός λαός – ότι εδώ υπάρχει μία απόπειρα σφετερισμού ενός πολύ σημαντικού κομματιού της ιστορίας μας. Άρα, λοιπόν, σύνθετη ονομασία ακριβώς διότι δεν μπορεί η φίλη γείτονα χώρα του Βορρά να έχει το όνομα που έχει μια γεωγραφική περιοχή στη χώρα μας με πολύ μεγάλη ιστορία. Και ο δεύτερος σημαντικός όρος είναι αυτή η λύση να μην είναι μια λύση του ποδαριού, να μην είναι μια “light” εκδοχή, να είναι μία ουσιαστική λύση που θα λύνει παρεξηγήσεις και θα δημιουργεί τις προϋποθέσεις να θεμελιώσουμε σε στέρεες βάσεις τις σχέσεις των λαών μας. Με δυο λόγια, να είναι μία λύση για όλες τις χρήσεις, αυτή η ονομασία να χρησιμοποιείται και στους διεθνείς οργανισμούς, και στις διμερείς σχέσεις με άλλες χώρες, αλλά και στο εσωτερικό της γείτονος και αυτό βεβαίως αφορά το ότι δεν μπορεί να υπάρχει άλλη ονομασία στον ΟΗΕ και στις σχέσεις με τις άλλες χώρες και άλλη ονομασία στο Σύνταγμα, και να έρχεστε εσείς στη συνέντευξη Τύπου σήμερα, μετά τη λύση μάλλον, και εγώ θα αναφέρομαι στην τάδε ονομασία, εσείς να μου λέτε ότι είμαι από την “Repubblica Macedonia”. Αυτό δεν θα είναι λύση. Αυτό θα διαιωνίζει τη διαφορά μας. Αυτές τις δύο προϋποθέσεις έχουμε θέσει. Και τις έχουμε θέσει με πολύ καλή πρόθεση, γνωρίζοντας ότι υπάρχουν αντιδράσεις από ορισμένους στη χώρα τη δικιά μου, την Ελλάδα. Τις σεβόμαστε, είναι ευαίσθητα ζητήματα αυτά, αλλά ταυτόχρονα τους έχουμε διαβεβαιώσει και τους έχουμε διαβεβαιώσει όλους και στο εσωτερικό της χώρας και στο εξωτερικό, ότι αυτή η κυβέρνηση και εγώ προσωπικά είμαι αποφασισμένος να προχωρήσω, εφ’ όσον διαπιστώνω ότι έχουμε μπροστά μας μία ιστορική πρόκληση να υπερασπιστούμε και, αν θέλετε, να ενισχύσουμε αυτό που με την ευρύτερη έννοια εμείς αντιλαμβανόμαστε ως εθνικό συμφέρον. Και το να λύσουμε μία διαφορά με μία γειτονική χώρα που δεν είναι απειλητική προς την Ελλάδα, είναι εθνικό συμφέρον, κατά την άποψή μας. Όλα αυτά, όμως, μένουν να αποδειχθούν. Και φαντάζομαι ότι θα γίνουν βήματα σήμερα στα Σκόπια. Δεν έχω πλήρη ενημέρωση, διότι, ως αντιλαμβάνεστε, ήμουν όλη την ημέρα, και χθες και σήμερα, εντός της Συνόδου. Θα με ενημερώσει ο Υπουργός των Εξωτερικών. Εν τοιαύτη περιπτώσει, εγώ θέλω να επαναλάβω κάτι που είπα και την άλλη φορά. Εμείς έχουμε όλη την καλή διάθεση, έχουμε την, αν θέλετε, ιστορική βούληση να λύσουμε το πρόβλημα, αλλά δεν μας πιέζει κανείς να το λύσουμε. Για εμάς είναι μία ιστορικής σημασίας πρωτοβουλία, αλλά δεν είναι μία υπαρξιακή υπόθεση. Μπορούμε να ζήσουμε και χωρίς τη λύση. Νομίζω ότι δεν ισχύει το ίδιο για την άλλη πλευρά. Αυτό δεν σημαίνει ότι πηγαίνουμε στις διαπραγματεύσεις έχοντας αυτό στο μυαλό μας και άρα πώς να αδικήσουμε τους συνομιλητές μας. Κάθε άλλο. Αλλά αυτό εγώ οφείλω να το πω. Οφείλω να πω τόσο στον ελληνικό λαό, που μας ακούει σήμερα, όσο και στους φίλους μας στην π.Γ.Δ.Μ. και στους εταίρους μας ότι εμείς είμαστε σήμερα στα Σκόπια, γιατί θέλουμε τη λύση, όχι γιατί μας πιέζει το ΝΑΤΟ ή η ΕΕ ή ο διεθνής παράγοντας. Και σε ό,τι αφορά το δεύτερο σκέλος του ερωτήματός σας, εμείς αντιμετωπίζουμε το θέμα αυτό ως ένα διμερές ζήτημα. Το εάν το κυρίαρχο γειτονικό κράτος αποφασίσει την ένταξη ή όχι στο ΝΑΤΟ ή σε οποιονδήποτε άλλο οργανισμό, είναι δική του απόφαση, δεν είναι δική μας απόφαση. Και υπ’ αυτή την έννοια, θεωρούμε ότι και οι παρεμβάσεις τρίτων, και δεν αναφέρομαι τώρα στο ΝΑΤΟ ή στην ΕΕ, τρίτων χωρών, δεν έχουν θετικό αντίκτυπο, δεν βοηθούν. Δεν βοηθούν. Εάν μπορέσουμε να επικεντρωθούμε σε διμερές επίπεδο, με τη βοήθεια προφανώς των Ηνωμένων Εθνών και τη συνδρομή του κ. Nimetz, νομίζω ότι θα μπορέσουμε να έχουμε θετική εξέλιξη. Εάν όχι, και υπάρχουν παρεμβάσεις τρίτων, μάλλον θα κάνουν τα πράγματα χειρότερα».

ΣΠΙΝΘΟΥΡΑΚΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, θέλω να φύγω λίγο και να πάω στα οικονομικά. Θα είμαι ίσως ο μόνος, άλλα συγχωρέστε το μου. Και αυτό διότι φαίνεται ότι τον Ιούνιο θα υπάρξουν δύο καθοριστικής σημασίας αλλαγές. Η μία είναι ότι, φεύγοντας πλέον και η Ελλάδα από τα προγράμματα, αναρωτιέται κάνεις αυτός ο ευρωπαϊκός μηχανισμός τι ρόλο θα έχει και η δεύτερη είναι ότι, από ό,τι μας είπατε, ήδη σκέπτεστε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ποια θα είναι η νέα δομή της οικονομικής διακυβέρνησης. Εμείς αυτό που είδαμε όλα αυτά τα χρόνια στην οικονομική διακυβέρνηση είναι ότι είχαμε τον κ. Ρέγκλινγκ ο οποίος μιλούσε για Α΄ πολιτικές, κυρίως αποπληθωριστικές, είχαμε και την ΕΚΤ που μιλούσε  για πληθωριστικές πολιτικές. Δηλ. σχιζοφρένεια. Αυτό το πράγμα μπορεί να αλλάξει και για να αλλάξει πρέπει να αλλάξει και η Συνθήκη ή μπορεί να γίνει μέσα σε μία συμφωνία όπου πλέον το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, ως καλός οικογενειάρχης, θα μπορεί να συνδυάζει και την πειθαρχία και τη γενναιοδωρία;

 

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: «Η άποψή μου είναι ότι δεν είναι προαπαιτούμενο η αλλαγή της Συνθήκης, προαπαιτούμενο είναι να υπάρχει πολιτική βούληση και κυρίως πολιτική διαπίστωση ότι οι μέχρι τώρα δομές και οι μέχρι τώρα πολιτικές επιλογές δεν μας έδιναν τα απαραίτητα εκείνα εργαλεία προκειμένου να είμαστε αποτελεσματικοί στην αντιμετώπιση της κρίσης. Αυτή τη διαρκή μανιχαϊστική λογική, τη διαρκή σύγκρουση, τη ζήσαμε πάρα πολύ καλά, τη γνωρίζουμε εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Νομίζω ότι ήρθε η ώρα να υπάρξουν διαπιστώσεις και να προχωρήσουμε σε γενναίες αποφάσεις. Προφανώς αντιλαμβάνεστε ότι αυτό σε μεγάλο βαθμό είναι και ζήτημα πολιτικών συσχετισμών στην Ευρώπη. Η Ευρώπη έχει το πλεονέκτημα ότι είναι η ήπειρος που έχουν γίνει οι σημαντικότερες κατακτήσεις, κατακτήσεις τόσο σε ό,τι αφορά κοινωνικά υποκείμενα όσο και σε ό,τι αφορά τη Δημοκρατία. Από την άλλη όμως, η Δημοκρατία έχει και τις δικές της αδυναμίες. Έχουμε συμμαχικές κυβερνήσεις σε πολλές χώρες, έχουμε αδυναμία συγκρότησης κυβερνήσεων σε άλλες χώρες, άρα ο διακυβερνητικός κύκλος έχει σκαμπανεβάσματα. Αυτή τη στιγμή θέλω να πιστεύω ότι τουλάχιστον ένας ελάχιστος κοινός παρονομαστής αλλαγών, κρίσιμων αλλαγών, θα βρεθεί μέχρι τον Ιούνιο. Δεν θα είναι οι αλλαγές που εμείς οραματιζόμαστε και επιθυμούμε, αλλά, εν πάση περιπτώσει, νομίζω ότι θα είναι κάποια βήματα προς τα εμπρός. Χωρίς συνταγματική αλλαγή, αλλαγή Συνθήκης, αλλά αλλαγές οι οποίες μπορούν να προχωρήσουν τα πράγματα προς τα εμπρός και να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις, ώστε στις επόμενες κρίσεις να είμαστε πιο αποτελεσματικοί και να μην επαναλάβουμε τα μεγάλα λάθη του παρελθόντος. Αυτά τα λάθη στην Ελλάδα στοίχισαν πάρα πολύ. Και πράγματι σήμερα βρισκόμαστε σε σημείο να είμαστε πάρα πολύ κοντά στο τέλος αυτής της περιπέτειας, έχουμε όμως υποχρεώσεις τις οποίες πρέπει να υλοποιήσουμε, για παράδειγμα είμαστε υποχρεωμένοι να έχουμε για μία ακόμη τετραετία υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, συνεπώς η δυνατότητα που θα έχει η οικονομία να αναπτύσσεται με μεγάλους ρυθμούς είναι καθοριστικής σημασίας. Για να μπορεί αυτό να συμβεί, πρέπει κάποιες εγγενείς αδυναμίες της ευρωζώνης να καταπολεμηθούν. Κάποιες κρίσιμες αποφάσεις να παρθούν το επόμενο διάστημα. Είμαστε σε εντατικές διαπραγματεύσεις και είμαι αισιόδοξός ότι μέχρι τις 21 Ιουνίου θα έχουμε μια πιο ξεκάθαρη και πιο αισιόδοξη εικόνα».

ΤΣΙΓΟΥΡΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, θα ήθελα να ρωτήσω αν πιστεύετε ότι υπάρχουν πραγματικά περιθώρια υπαναχώρησης ή αλλαγής στάσης από τη γειτονική χώρα με δεδομένο ότι μετά από το ευρωπαϊκό μήνυμα υπήρξε – όπως και οι συνάδελφοι ανέφεραν – ένα ισχυρό μήνυμα απάντησης από την τουρκική πλευρά. Με δεδομένο ότι η γειτονική χώρα και λόγω γεωγραφικής θέσης είναι σε θέση να ελέγξει την αύξηση ή τη μείωση των μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών, και όταν κορυφώθηκε κόντεψε να αποσταθεροποιήσει ολόκληρη την ΕΕ, πόσο αποτελεσματική μπορεί να είναι μία πίεση όταν ο γείτονας έχει αυτό το ισχυρό χαρτί που ενδιαφέρει όλους τους Ευρωπαίους εταίρους; Και, δευτερευόντως, με αφορμή την απάντηση που δώσατε και τη σημείωση περί φόβου της ελληνικής πλευράς για θερμό επεισόδιο, θα ήθελα να ρωτήσω αν σηματοδοτεί μια αλλαγή στάσης η σημερινή σας απάντηση που πολλές φορές είπατε ότι η Ελλάδα είναι σε θέση να υπερασπίζεται αποτελεσματικά  τα κυριαρχικά της δικαιώματα. Αν αλλάζει κάτι, δηλαδή, από όσα έχουμε δει τις τελευταίες δεκαετίες.

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: «Νομίζω ότι όλες τις φορές που είχα ερωτηθεί για κάτι αντίστοιχο, αυτό είπα. Ότι έχουμε την ισχυρή αποτρεπτική ικανότητα και μπορούμε να υπερασπιστούμε τα κυριαρχικά μας δικαιώματα. Δεν έχω αλλάξει κάτι ως προς αυτό. Και νομίζω ότι αυτό είναι μια διαπίστωση. Μιας και ασχολείστε χρόνια με το ρεπορτάζ στο χώρο της άμυνας, θα συμφωνήσετε μαζί μου ότι είναι μία διαπίστωση πανθομολογούμενη, ότι δηλ. η Ελλάδα με κόστος, με μεγάλο κοινωνικό κόστος (διότι ένα πολύ μεγάλο ποσοστό από το ΑΕΠ πήγαινε για πολλά χρόνια στον αμυντικό τομέα, δυστυχώς πολλαπλασιασμένο με κάποια ποσοστά τα οποία πηγαίναν σε μίζες, αυτή είναι και μία από τις αιτίες που δημιουργήθηκε και η κρίση αλλά ας μην αναφερθούμε τώρα σε αυτό), εν πάση περιπτώσει θέλω να σας πω ότι έχει μία πολύ ισχυρή αποτρεπτική ικανότητα και έναν από τους ισχυρότερους στρατούς σε σχέση με όλες τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Βεβαίως, θέλω να πω ότι αυτή την ισχυρή δύναμη αποτροπής εμείς δεν την έχουμε προκειμένου να προκαλέσουμε ή να επιτεθούμε. Την έχουμε για να προασπίσουμε την ειρήνη. Αυτό κάναμε και αυτό συνεχίζουμε να κάνουμε. Θεωρώ, λοιπόν, ότι ο τρόπος με τον οποίο έχουμε διαχειρισθεί μια νευρικότητα από την άλλη πλευρά είναι ένας τρόπος που αναδεικνύει υπευθυνότητα και σοβαρότητα. Έτσι θα συνεχίσουμε και θεωρώ ότι την ίδια στιγμή αξιοποιούμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το γεγονός ότι δεν είμαστε απλά μόνο μία χώρα με ισχυρή αποτρεπτική ικανότητα σε μια δύσκολη περιοχή, αλλά και μία χώρα που είναι μέλος της ΕΕ, μέλος του ΝΑΤΟ, με ισχυρούς δεσμούς, παραδοσιακούς δεσμούς με άλλες ισχυρές χώρες στην ευρύτερη περιοχή. Έχουμε το τελευταίο διάστημα μια στρατηγική συνεργασιών, τριμερών στρατηγικών συνεργασιών μαζί με την Κύπρο τόσο με την Αίγυπτο όσο με το Ισραήλ ή με την Ιορδανία. Έχουμε πολύ θετικές, παραδοσιακά, καλές σχέσεις και με τη Ρωσία και με τις χώρες των Βαλκανίων. Η Ελλάδα, λοιπόν, θέλω να σας διαβεβαιώσω ότι είναι μια χώρα η οποία δεν είναι εύκολο να παίζει κανείς μαζί της. Αυτό θέλω να κρατήσετε. Από κει και πέρα, επαναλαμβάνω, θα πρέπει η μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού που παρακολουθεί αυτές τις εξελίξεις με μια ανησυχία, να έχει πλήρη επίγνωση ότι η Ελλάδα είναι πυλώνας σταθερότητας και ασφάλειας και θα συνεχίσει να είναι και ότι και στο παρελθόν έχουμε μάθει να ζούμε με έναν γείτονα, ο οποίος καμιά φορά έχει μια απρόβλεπτη και προκλητική συμπεριφορά. Είμαι βέβαιος ότι, όπως και στο παρελθόν επιλύθηκαν τα ζητήματα αυτά, έτσι και τώρα θα βρεθεί ο τρόπος και με τη στήριξη των εταίρων μας, της διεθνούς κοινότητας, να έχουμε την καλύτερη δυνατή θετική εξέλιξη στις όποιες διαφορές έχουν προκύψει».

ΖΑΜΠΟΥΚΑΣ: Άκουσα από τα λεγόμενά σας ότι είστε πλέον από τους πιο ένθερμους φεντεραλιστές. Κάνετε προτάσεις σχετικά με τον (ευρωπαίο) υπουργό οικονομικών και διάφορες άλλες, που προκύπτει ότι πια είστε ένας πολύ φανατικός ευρωπαίος, και πραγματικά το χαίρομαι αυτό. Από την άλλη, την ίδια στιγμή, ξεκινάτε κάποιες επαφές με τον κ. Πούτιν και ταυτόχρονα στο εσωτερικό της Ελλάδας οι μεταρρυθμίσεις δεν θα έλεγε κανείς ότι είναι τόσο πολύ δυτικές, τόσο πολύ φιλοευρωπαϊκές όσο θα τις περιμέναμε. Τη στιγμή δηλ. που θέλετε να έχετε, – και την έχετε ασφαλώς, σας αγαπούν οι Ευρωπαίοι πια – αυτή τη συνεννόηση, μήπως υπάρχει μια αντίφαση στην εσωτερική πολιτική σας;

 

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: «Καταρχάς να σας ενημερώσω ότι ο φεντεραλισμός είναι μια από τις βασικές, αν θέλετε, που εξέφρασε ο αριστερός ευρωπαϊσμός. Λίγο πιο δίπλα από αυτό εδώ το κτήριο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ήταν κάποτε ένας σημαντικός εκπρόσωπος της ανανεωτικής Αριστεράς, ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης, από τους βασικούς, αν θέλετε, ιδεολογικούς μέντορες αυτής της ιδέας. Όμως κοιτάχτε, θέλω να απαντήσω επί της ουσίας στο ερώτημά σας: οι Ευρωπαίοι δεν μας αγαπούν επειδή είμαστε καλά παιδιά, αλλά γιατί έχουμε καταφέρει να σταθεροποιήσουμε τη χώρα. Την πήραμε σε μια κατάσταση χρεωκοπίας, που την οδήγησαν όσοι την κυβέρνησαν για πάρα πολλά χρόνια, και οι Ευρωπαίοι γνωρίζουν πάρα πολύ καλά και ποιοι ήταν αυτοί και πως λεηλάτησαν τον ελληνικό λαό, πως δεν αξιοποίησαν τις μεγάλες δυνατότητες που είχε ο τόπος τα χρόνια της ανάπτυξης και πώς όλα τα προηγούμενα χρόνια, μέσα από συνθήκες και διαφθοράς και διαπλοκής, οδήγησαν την Ελλάδα στα βράχια. Και ξέρουν ότι εμείς είμαστε μια νέα πολιτική δύναμη, η οποία ποτέ δεν αμφισβήτησε τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας, ήρθε όμως να άρει αυτές τις διαχρονικές αδικίες, έκανε πολύ δύσκολες μεταρρυθμίσεις, μέσα από μια πολύ δύσκολη – την πρώτη περίοδο – και σκληρή διαπραγμάτευση οδηγηθήκαμε σε ένα συμβιβασμό, ήμασταν ειλικρινείς, αλλά καταφέραμε και οδηγήσαμε σήμερα τη χώρα στην οικονομική ανάκαμψη ταυτόχρονα με τη μεγάλη προσπάθειά μας να αφεθεί η ελληνική δικαιοσύνη ανεξάρτητη να προχωρήσει στην κάθαρση που αποτελεί, αν θέλετε, αίτημα του ελληνικού λαού. Θεωρώ, λοιπόν, ότι αυτά τα γνωρίζουν πάρα πολύ καλά οι ευρωπαίοι εταίροι μας είτε είναι συμπαθείς ιδεολογικά και πολιτικά σε μας, όπως οι σοσιαλδημοκράτες, είτε δεν μας συμπαθούν ιδεολογικά και πολιτικά, όπως οι χριστιανοδημοκράτες και άλλοι ηγέτες, με τους οποίους έχουμε αποκτήσει μια σχέση εμπιστοσύνης όλα αυτά τα χρόνια. Θεωρώ, λοιπόν, ότι η Ελλάδα που το 2015 ήταν μια χώρα που δεν ήθελε κανείς να ασχολείται σοβαρά μαζί της, μέσα σε τρία χρόνια έχει αναβαθμιστεί, και γεωπολιτικά, παίζει σημαντικό ρόλο στην περιοχή, δεν έχει ποτέ κερδίσει τέτοιες αναφορές σε Συμπεράσματα (Ευρωπαϊκού Συμβουλίου) για τις σχέσεις της με την Τουρκία και αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό, έπαιξε κεντρικό ρόλο στη διαχείριση μιας μεγάλης πανευρωπαϊκής κρίσης, της προσφυγικής κρίσης, παίζει σημαντικό ρόλο διότι έχει τη δυνατότητα να είναι μια αξιόπιστη χώρα, με την οποία επικοινωνούν και λογαριάζουν οι μεγάλοι ηγέτες, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, και ο προηγούμενος και ο τωρινός, συναντήθηκα μαζί τους, ο προηγούμενος ήρθε στη χώρα μας, όπως ο Πρόεδρος Πούτιν που ήρθε στη χώρα μας, θα πάω να επισκεφθώ για δεύτερη φορά τη Μόσχα, όλα αυτά κάτι σημαίνουν. Και όσοι δεν καταλαβαίνουν καλό είναι να συνειδητοποιήσουν ότι η Ελλάδα έχει γυρίσει σελίδα και ότι θα προχωρήσει μπροστά και δε θα γυρίσει πίσω.

 

Σας ευχαριστώ».