ΗΕλλάδα κατατάσσεται πλέον ως ένας από τους ακριβότερους προορισμούς για τη γερμανική αγορά, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στην πρόσφατη διεθνή έκθεση τουρισμού ITB Berlin 2026. Τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από έρευνα του γερμανικού ιδρύματος Stiftung für Zukunftsfragen που παρουσιάστηκε στο πλαίσιο της διεθνούς έκθεσης, η οποία καταγράφει τη μέση δαπάνη ανά άτομο και ημέρα στα 147 ευρώ για την Ελλάδα. Το ποσό αυτό υπερβαίνει τα 143 ευρώ της Ισπανίας, η οποία αποτελεί τον κύριο ανταγωνιστή της χώρας στη λεκάνη της Μεσογείου.
Η κατάσταση αυτή δημιουργεί προβληματισμό για την ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τουριστικού προϊόντος εάν η ζήτηση υποχωρήσει. Αποδίδεται, δε, από τους ξενοδόχους στην υψηλή φορολογική και ρυθμιστική επιβάρυνση στην Ελλάδα σε σχέση με τις ανταγωνιστικές χώρες. Ωστόσο, οικονομολόγοι επισημαίνουν πως η ισχυρή μέχρι τώρα ζήτηση για ταξίδια στην Ελλάδα έχει επιτρέψει την αύξηση των τιμών και πέραν της ανόδου του όποιου λειτουργικού και φορολογικού κόστους των επιχειρήσεων.
Τα δεδομένα που δείχνουν την Ελλάδα ως έναν από τους ακριβότερους μεσογειακούς προορισμούς επιβεβαιώθηκαν από τον Γερμανικό Ταξιδιωτικό Σύνδεσμο (DRV), ο οποίος κατά τη διάρκεια της έκθεσης υπογράμμισε ότι η συνολική ταξιδιωτική δαπάνη των Γερμανών έφτασε σε ιστορικό υψηλό, με την Ελλάδα να βρίσκεται στην κορυφή του κόστους ανά ταξίδι.
Οι εκπρόσωποι των μεγάλων tour operators εξέφρασαν επιφυλάξεις για τη βιωσιμότητα των τιμολογιακών απαιτήσεων των Ελλήνων ξενοδόχων. Μεγάλοι παίκτες της αγοράς, όπως η Alltours και η TUI, σημείωσαν ότι, ενώ οι προκρατήσεις για το 2026 καταγράφουν αυξητική τάση, η «ευαισθησία στις τιμές» (price awareness) των καταναλωτών παραμένει σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα λόγω του αυξημένου κόστους ζωής στην Ευρώπη. Ο Σεμπάστιαν Εμπελ, διευθύνων σύμβουλος του ομίλου TUI, δήλωσε ότι η περαιτέρω άνοδος των τιμών ενδέχεται να στρέψει τμήμα των καταναλωτών προς οικονομικότερες λύσεις, όπως η Τουρκία και η Τυνησία.
Περαιτέρω άνοδος ενδέχεται να στρέψει ταξιδιώτες προς οικονομικότερες λύσεις, όπως η Τουρκία και η Τυνησία, λέει ο επικεφαλής της TUI.
Αντιστοίχως, στελέχη της Alltours επισήμαναν ότι οι διαπραγματεύσεις για τα συμβόλαια του 2027 διεξάγονται υπό το πρίσμα της ανάγκης για διατήρηση της ανταγωνιστικότητας. Παράλληλα, ο Στιβ Χίπι, διευθύνων σύμβουλος της Jet2.com και Jet2holidays, ανέφερε ότι η εταιρεία παρακολουθεί στενά τη σχέση ποιότητας – τιμής (value for money), σημειώνοντας ότι η συνολική επιβάρυνση των πακέτων επηρεάζει τον προγραμματισμό των πτήσεων. Επιπλέον, στελέχη της DER Touristik υπογράμμισαν ότι η εμφάνιση νέων ανταγωνιστών, όπως η Αλβανία, προσφέρει πλέον παρόμοιο τουριστικό προϊόν σε τιμές έως και 40% χαμηλότερες από τις αντίστοιχες ελληνικές.
Σύμφωνα με πληροφορίες από το Βερολίνο, η μέση αύξηση που αξιώνουν οι Ελληνες ξενοδόχοι για την επόμενη διετία κυμαίνεται, σύμφωνα με πληροφορίες, μεταξύ 5% και 8%, ποσοστό που οι διοργανωτές ταξιδιών θεωρούν δυσανάλογα υψηλό σε σχέση με τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη.
Η ελληνική ξενοδοχειακή βιομηχανία αποδίδει τις αυξήσεις στο λειτουργικό κόστος και στη φορολογική επιβάρυνση. Σύμφωνα με την ανάλυση που παρουσιάστηκε στο Βερολίνο, οι φόροι και τα τέλη αντιπροσωπεύουν το 29,8% της τελικής τιμής του δωματίου στην Ελλάδα, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από το 16,1% της Κύπρου και το 12% της Τουρκίας. Ωστόσο, είναι κοινός τόπος στην ελληνική αγορά πως ολοένα και περισσότερες ξενοδοχειακές επιχειρήσεις προχωρούν σε αυξήσεις τιμών όσο η ζήτηση παραμένει σχετικά ανελαστική. Οσο δηλαδή οι, ξένοι κυρίως, πελάτες είναι διατεθειμένοι να καταβάλουν αυτά τα τιμήματα. Εν τω μεταξύ, πάντως, η πραγματικότητα αυτή έχει καταστήσει ιδιαίτερα υψηλές τις τιμές για το διαθέσιμο εισόδημα του μέσου ελληνικού νοικοκυριού, επισημαίνουν οι ίδιοι κύκλοι.
Η Ελλάδα εξακολουθεί πάντως όχι μόνο να διατηρεί αλλά και να αυξάνει, σύμφωνα με στοιχεία της Εθνικής Τράπεζας, το μερίδιο αγοράς της λόγω του υψηλού επιπέδου ικανοποίησης των πελατών. Ομως οι τιμές δείχνουν να προσεγγίζουν ένα οριακό σημείο και η διατήρηση της ανταγωνιστικότητας συναρτάται πλέον άμεσα με την ικανότητα εξισορρόπησης των απαιτήσεων των ξενοδόχων με την πραγματική αγοραστική δύναμη της ευρωπαϊκής μέσης τάξης.
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

